Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

ΤΟ ΧΑΜΠΟΥΓΚΕΡ


Παίγνιο, μπαίγνιο – το παιχνίδι. Διθέσιος, δι – θέσιος, μα δεν γράφεται με υ όπως το δύο; Ακαματεύω, είμαι ή γίνομαι τεμπέλης. Α, όχι αυτό δεν θα το πω στη μαμά, θα μου αρχίσει πάλι τα δικά της. Λεκανοειδής, αυτός που έχει σχήμα λεκάνης. Μα τι έχει σχήμα λεκάνης χωρίς να είναι λεκάνη; Και αν έχει το σχήμα της γιατί δεν το λένε και λεκάνη; Καλά, βλακείες.

    -          «Μαμά, τι σημαίνει αγγύρωση;»

Σήκωσα τα μάτια με απόγνωση και κοίταξα τον Κωστή μου. Το προσωπάκι του ολόφρεσκο, ζεστό με τις καμπύλες του νεαρού της ηλικίας του κι ένα σπυράκι να ξεπροβάλλει ζητοκραυγάζοντας την πρόωρη είσοδό του στην εφηβεία.

-          «Αγγυ… τι;» ψέλλισα αμήχανα.

-          «Αγγύρωση», είπε σουφρώνοντας με έπαρση τα χειλάκια του, με την υπόκρουση της αγγλοσαξωνικής μουσικής των Beatles.

Να τα μας. Το αλεπόπουλο πιο έξυπνο από την αλεπού. Έλα παππού μου να σου δείξω τα αμπελοχώραφά σου. Αν είχαμε μείνει στο παιχνίδι με τις παροιμίες τώρα δεν θα διακυβεύονταν η «εξουσία»μου. Αλλά το μήλο κάτω από την μηλιά θα πέσει. Ξεκόλλα, τώρα παίζουμε Μπαμπινιώτη. Με ένα δήθεν ανέμελο τίναγμα των μαλλιών μου προς τα πίσω με το δεξί μου χέρι, προσπαθώ σχεδόν ασυναίσθητα να κερδίσω χρόνο και καταβροχθίζω με απόγνωση την τελευταία μπουκιά της φέτας ολόσπορου ψωμιού με ξυνοτύρι που αποτέλεσε και σήμερα το πλουσιοπάροχο βραδινό μου. Πως παχαίνω με τον αέρα τώρα τελευταία! Αχ έρμα μου νιάτα! Όμως πως το είχα διαβάσει σε εκείνο το βιβλίο ανατολικής φιλοσοφίας, «Η δύναμη του τώρα»; Δεν ανησυχώ για το χθες, δεν ανυπομονώ για το αύριο, βιώνω το τώρα. Αγγύρωση.

-          «Μην ξεχνάς ξυπνιοπούλι μου, γνήσιο τέκνο μου, μου χρωστάς την λέξη αερόγραμμα.»

-          «Δεν σου τη χρωστώ, δεν σου την χρωστώ. Μου είχες δείξει μάλιστα τα αερογράμματα της γιαγιάς σου και κάναμε και κατασκευές. Μαμά κλέβεις.»

Αιφνιδιάστηκα. Το είχα πραγματικά ξεχάσει. Μου συμβαίνει όλο και πιο συχνά τελευταία. «Ου γαρ έρχεται μόνο.» Άντε βρε, η γιαγιά μου βρήκε σύντροφο στον οίκο ευγηρίας και τον παντρεύτηκε. Μες στην ευτυχία η γιαγιά. Για την ευτυχία δεν χρειάζομαι μνήμη, σκέφτηκα.

-          «Κέρδισες!», του κρυφογέλασα

-          «Χα», κάγχασε, ρίχνοντας μια μεγάλη δαγκωματιά στο χάμπουγκερ που τυραννούσε ώρα τώρα.

 

ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ


«Κολασμένη» είπε με έναν βρυχηθμό ηδονής, γλύφοντας χωρίς βιασύνη, μα με περίσσιο μεράκι τα χείλη του, περισσότερο απλώνοντας παρά εξαλείφοντας τα ζεστά ακόμη ίχνη του γλυκόπιοτου πειρασμού.

Η ματιά μου κύλησε και απλώθηκε πάνω στο ξύλινο τραπεζάκι, τις κούπες, τα ποτήρια, τη φλόγα του βιομηχανοποιημένου κεριού, χωρίς καμιά διάθεση ή δύναμη να εστιάσει σε κάτι συγκεκριμένο. Σαν να έρρεε όλο το βάρος που κουβαλούσα μέσα μου προς τα έξω, να κάλυπτε απαλά όλα τα αντικείμενα που βρίσκονταν στη σφαίρα της ορατότητάς μου κάνοντάς με να βλέπω μέσα από μια γλυκιά ανακουφιστική θαμπάδα. Ακόμα και οι ήχοι, οι ομιλίες, ακόμα και το αγαπημένο μου τραγούδι “Non, rien de rien, non je ne regrette rien” σε αυθεντική ερμηνεία από το «σπουργιτάκι», όλα τα ηχητικά ερεθίσματα έφταναν διαστρεβλωμένα στα αυτιά μου, λίγο παράφωνα αλλά καθησυχαστικά.

«Ο μόνος τρόπος για να ξεφορτωθείς έναν πειρασμό, είναι να υποκύψεις σε αυτόν» καρφώθηκαν ξαφνικά στο μυαλό μου τα λόγια του Όσκαρ Ουάιλντ, χτυπώντας με σαν ένα κύμα, έτσι αποκαμωμένη και χωρίς αντίσταση που καθόμουν. Βλεφαρίζοντας για μια στιγμή ενοχλημένη, χωρίς να έχω πάρει ακόμη μιαν απόφαση, βγάζω από την τσέπη μου το κινητό και κοιτάζω την ώρα. Ώρα να το βάλω στο αθόρυβο, αρκετά ντροπιάστηκα την τελευταία φορά. Ώρα να βάλω τα πράγματα στη θέση τους, έτσι κι αλλιώς.

«Πάμε, άνοιξαν οι πόρτες» με προέτρεψε σκουπίζοντας με το δεξί του χέρι αυτή τη φορά τα υπολείμματα της ζεστής σοκολάτας, με μια λάμψη ζαβολιάς στο βλέμμα μόλις αντιλήφθηκε τη ματιά μου να ακολουθεί την κίνησή του.

Σηκωθήκαμε κι αναρωτήθηκα μήπως σκεφτεί για πρώτη φορά στην κοινή μας πορεία να φερθεί με αβρότητα και τρυφερότητα θέλοντας να μου παραχωρήσει το προβάδισμα με ένα σοκολατένιο άγγιγμα στον ώμο. Ο Μίδας ότι άγγιζε γίνονταν χρυσάφι, ο Μάκης στάχτη.

Αγγίζοντας το χρυσαφένιο πόμολο της αίθουσας στου πολυχώρου «Το τραίνο», όχι τόσο για να ανοίξω την μισάνοιχτη πόρτα, που άφησε πίσω του, αλλά ωθούμενη από την άλλη μου διαστροφή, να αγγίζω ότι μου γυαλίζει στο μάτι, άφησα έναν αναστεναγμό.

Δεν αργήσαμε να βρούμε τις θέσεις μας, εξάλλου ήμασταν λιγοστοί οι θεατρόφιλοι της βραδιάς. Σε κλάσματα δευτερολέπτου κλείνουν τα φώτα και σε ένα λυκόφως τεχνητό ξεπρόβαλλε ο αλλοδαπός ηθοποιός του μονόλογου. Ψέματα, πρώτα εμφανίστηκε με μεγαλοπρέπεια η διαπεραστική οσμή ενός κρεμμυδιού.

-          «Αμάν. Τι είναι αυτό ρε παιδιά;» ρώτησε ένας νεαρός ακριβώς από πίσω μας. «Σε κουζίνα μαγειρείου ήρθαμε;»

-          «Σσσστ, μωρό μου, μη μιλάς δυνατά μας ακούν, ντροπή» τον έκοψε ναζιάρικα μια θηλυκή φωνή της οποίας το πρόσωπο δεν είχα προλάβει να δω. Κρυφά γελάκια πνίγηκαν στο σκοτάδι. Είμαι σίγουρη ότι έγειρε το κεφάλι της πάνω του και χάιδεψε με αγάπη τον μηρό του.

Ο πρωταγωνιστής καθόταν πια σε ένα σκαμνάκι πάνω από έναν πλαστικό κουβά και συνέχισε να ασχολείται με το καθάρισμα κρεμμυδιών, το βραδινό του για σήμερα. Σε έναν άλλον κουβά παραδίπλα μια τεράστια αγκαλιά τριαντάφυλλα, ξεκουράζονταν από το μεγάλο σουλάτσο της ημέρας μέχρι την επόμενη.

Η απόμακρη φωνή του video – art συνδιαλέγονταν πια μαζί του.

-          «Μας πήρατε τις δουλειές.»

-          «Δεν πήρα τίποτα από κανέναν. Θέλω να ζήσω.»

-          «Βρωμίζετε τον τόπο μας.»

-          «Κάθε μέρα πλένω την μπλούζα μου και φορώ μια δεύτερη, που έχει ήδη στεγνώσει, ολοκάθαρη.»

-          «Ζέχνει το σώμα σας.»

«Θέλω να χωρίσουμε» του είπα στο αφτί. Γαντζώθηκα αυτόματα από τα μπράτσα του καθίσματός μου και περίμενα.

ΔΙΑ-ΠΛΑΤΑ-ΦΤΕΡΑ


Έσυρα την πόρτα του φορτηγού με έναν αργόσυρτο κρότο, που σα να με ξύπνησε. Αυτόματα σήκωσα ψηλά τα μάτια μου να κοιτάξω για τελευταία φορά το μπαλκόνι μας. Έκανα να ξανακοιτάξω το φορτηγό.

«Μαμά, έλα να χορέψουμε τον χορό μας», με κράτησε από τα χέρια, έβαλε τα ποδαράκια του προσεκτικά πάνω στα δικά μου και σκίρτισε ανυπόμονα, «έλα μαμά, πάμε». Ένα, δύο, τρία και ένα, δύο, τρία και ένα δύο τρία. Οι νιφάδες του χιονιού άγγιζαν τα μαλλιά μας, τα πρόσωπά μας, σχεδόν και τα γέλια μας.

«Μαμά, πως θα είναι στην Ελλάδα;»

Τον σήκωσα ψηλά, ψηλά, ψηλά στον αέρα όσο πιο ψηλά μπορούσα, τον έφερα δυο, τρεις γύρους και κατόπιν τον φίλησα εκεί στο ζεστό λαιμουδάκι του, εκεί που ίσα- ίσα βρήκα ένα «ξέφωτο» ανάμεσα στις δίπλες του κασκόλ.

Ο Χάρυ το μακρύτριχο σγουρόμαλλο χαμστεράκι μας βολεύτηκε στα πόδια του μικρού μέσα στο κλουβί του. Κοίταξα πάλι πίσω. Το πιάνο, τα βιβλία, οι πίνακές μου, τα παιχνίδια, τα έχουμε όλα. «Πως θα είναι στην Ελλάδα;» Η νέα ζωή μας περιμένει.

Αγκαλιές, φιλιά, ελπίδες κι εγώ να αγνοώ εκείνα τα επίμονα φτεροκοπήματα στο στομάχι μου. «Κοίτα, αγάπη μου, πόσο μεγάλο σπίτι έχουμε. Ποιο θέλεις να είναι το δωμάτιό σου; Ναι, μωρό μου, όλα καλά θα πάνε. Η μαμά θα έχει περισσότερο χρόνο για σένα, θα έχεις τον παππού, την γιαγιά, την θεία, θα πηγαίνουμε εκδρομές, θα δεις» του έλεγα, για να πείσω περισσότερο τον εαυτό μου, βάζοντας περισσότερη πούδρα στα μάγουλά μου, που δραπέτευε χορεύοντας στην ατμόσφαιρα.

Ο πρώτος καιρός πέρασε σχεδόν θριαμβευτικά. Ζεστό φαγητάκι σπιτικό, το στήσιμο της επιχείρησης, μια οικογένεια για τον γιό μου. Άρχισα να ασχολούμαι και με τα πράγματα που από παιδί με έκαναν ευτυχισμένη, νόμιζα. Είναι η καθημερινότητα, η ελπίδα και η συνήθεια που σκοτώνουν την ύπαρξη του κάθε ανθρώπου.

"Μαμά, έλα να χορέψουμε."

"Δεν μπορώ τώρα", του έλεγα ανάμεσα στο μαγείρεμα και το τρέξιμο για τη δουλειά, για να πληρωθούν τα δάνεια. "Μετά, αύριο ίσως." Μα το αύριο δεν ερχόταν τόσο συχνά, για χρόνια.

Μεγαλώναμε κι οι δυο μας, όπως και τα χρέη μου, όπως και τα προβλήματα. Σε αντίθεση με τον χρόνο μας, τον χρόνο, που τόσο είχαμε ανάγκη, ο ένας για τον άλλον.

"Μαμά, έλα να χορέψουμε", μου έλεγε με την βραχνάδα που πρόδιδε την εφηβεία του.

"Δεν μπορώ, καρδούλα μου, πρέπει να δουλέψω για να ζήσουμε, δεν το βλέπεις;"

Κούρνιαζε στη γωνίτσα του και μαράζωνε η καρδιά μου.

"Έλα εδώ βρε" του έλεγα που και που, "έλα εδώ βρε αγάπη μου. Μην μου πατήσεις όμως τώρα τα πόδια, καρδουλογαιδουράκι μου".

Με έπιανε τότε από τη μέση με το ένα και το δεξί χέρι με το άλλο και με στριφογύριζε. Γελούσαμε με την καρδιά μας για να ξορκίσουμε το Κακό και βγάζαμε - για λίγο έστω- τη γλώσσα στη μοίρα. Στιγμιότυπα του ονείρου μας, σαν να το ζούσαμε για εκείνες τις στιγμές. Τα φώτα κλείναν μετά από τις στροφές μας κι απομακρύνονταν μέχρι την επόμενη φορά, όσο κι αν αυτή αργούσε να ΄ρθει. Και η αιωρούμενη στάχτη του ονείρου μας έτσουζε στα μάτια.

"Μαμά, έλα να χορέψουμε τον χορό μας, θα φύγω", ψέλλισε χωρίς να με κοιτάει. Με έπιασε σφιχτά. Πως να μην αφεθώ τώρα, μισοπαράλυτη. Ένα, δύο, τρία και ένα δύο τρία κι άρχισε να πετά ψηλά με ανοιχτά διάπλατα φτερά, με ανοιχτά διάπλατα φτερά.

 

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ


Κράτησε τη σιδερένια μασιά μέσα την τραχιά του παλάμη. Το χέρι του γεμάτο σχισίματα, αμυχές και καστανόμαυρα στίγματα – σημάδια του χρόνου που πέρασε τόσο γρήγορα. Την έσφιξε για μια στιγμή στην γροθιά του, σαν να ήταν να την πνίξει ή να λιώσει ο ίδιος πάνω της. Ανασκάλεψε τη θράκα με τόση μανία, που ανασηκώθηκαν στάχτες, πυρακτωμένα σωματίδια, μνήμες και στροβίλιζαν ξέφρενα γύρω του. Εικόνες της δικής του κόλασης που ζούσε από εκείνη την ημέρα,  της κόλασης στην οποία ο ίδιος καταδίκασε τόσες και τόσες ψυχές άθελά τους και πέρα από κάθε ανθρώπινο δίκιο ή αυτής που τον περίμενε με βεβαιότητα; «Κατάρα», γρύλλισε αφήνοντας το κεφάλι του να πέσει κι έγειρε τα βαριά, κουρασμένα του ματόκλαδα.