Έσυρα την πόρτα του φορτηγού με έναν αργόσυρτο κρότο, που σα να με ξύπνησε.
Αυτόματα σήκωσα ψηλά τα μάτια μου να
κοιτάξω για τελευταία φορά το μπαλκόνι μας. Έκανα να ξανακοιτάξω το φορτηγό.
«Μαμά, έλα να χορέψουμε τον χορό μας», με κράτησε από τα χέρια, έβαλε τα ποδαράκια του προσεκτικά πάνω στα δικά μου και σκίρτισε ανυπόμονα, «έλα μαμά, πάμε». Ένα, δύο, τρία και ένα, δύο, τρία και ένα δύο τρία. Οι νιφάδες του χιονιού άγγιζαν τα μαλλιά μας, τα πρόσωπά μας, σχεδόν και τα γέλια μας.
«Μαμά, πως θα είναι στην Ελλάδα;»
Τον σήκωσα ψηλά, ψηλά, ψηλά στον αέρα όσο
πιο ψηλά μπορούσα, τον έφερα δυο, τρεις γύρους και κατόπιν τον φίλησα εκεί στο
ζεστό λαιμουδάκι του, εκεί που ίσα- ίσα βρήκα ένα «ξέφωτο» ανάμεσα στις δίπλες
του κασκόλ.
Ο Χάρυ το μακρύτριχο σγουρόμαλλο χαμστεράκι μας βολεύτηκε στα πόδια του μικρού μέσα στο κλουβί του. Κοίταξα πάλι πίσω. Το πιάνο, τα βιβλία, οι πίνακές μου, τα παιχνίδια, τα έχουμε όλα. «Πως θα είναι στην Ελλάδα;» Η νέα ζωή μας περιμένει.
Αγκαλιές, φιλιά, ελπίδες κι εγώ να αγνοώ εκείνα τα επίμονα φτεροκοπήματα στο στομάχι μου. «Κοίτα, αγάπη μου, πόσο μεγάλο σπίτι έχουμε. Ποιο θέλεις να είναι το δωμάτιό σου; Ναι, μωρό μου, όλα καλά θα πάνε. Η μαμά θα έχει περισσότερο χρόνο για σένα, θα έχεις τον παππού, την γιαγιά, την θεία, θα πηγαίνουμε εκδρομές, θα δεις» του έλεγα, για να πείσω περισσότερο τον εαυτό μου, βάζοντας περισσότερη πούδρα στα μάγουλά μου, που δραπέτευε χορεύοντας στην ατμόσφαιρα.
Ο πρώτος καιρός πέρασε σχεδόν θριαμβευτικά. Ζεστό φαγητάκι σπιτικό, το στήσιμο της επιχείρησης, μια οικογένεια για τον γιό μου. Άρχισα να ασχολούμαι και με τα πράγματα που από παιδί με έκαναν ευτυχισμένη, νόμιζα. Είναι η καθημερινότητα, η ελπίδα και η συνήθεια που σκοτώνουν την ύπαρξη του κάθε ανθρώπου.
"Μαμά, έλα να χορέψουμε."
"Δεν μπορώ τώρα", του έλεγα ανάμεσα στο μαγείρεμα και το τρέξιμο για τη δουλειά, για να πληρωθούν τα δάνεια. "Μετά, αύριο ίσως." Μα το αύριο δεν ερχόταν τόσο συχνά, για χρόνια.
Μεγαλώναμε κι οι δυο μας, όπως και τα χρέη μου, όπως και τα προβλήματα. Σε αντίθεση με τον χρόνο μας, τον χρόνο, που τόσο είχαμε ανάγκη, ο ένας για τον άλλον.
"Μαμά, έλα να χορέψουμε", μου έλεγε με την βραχνάδα που πρόδιδε την εφηβεία του.
"Δεν μπορώ, καρδούλα μου, πρέπει να δουλέψω για να ζήσουμε, δεν το βλέπεις;"
Κούρνιαζε στη γωνίτσα του και μαράζωνε η καρδιά μου.
"Έλα εδώ βρε" του έλεγα που και που, "έλα εδώ βρε αγάπη μου. Μην μου πατήσεις όμως τώρα τα πόδια, καρδουλογαιδουράκι μου".
Με έπιανε τότε από τη
μέση με το ένα και το δεξί χέρι με το άλλο και με στριφογύριζε. Γελούσαμε με
την καρδιά μας για να ξορκίσουμε το Κακό και βγάζαμε - για λίγο έστω- τη γλώσσα
στη μοίρα. Στιγμιότυπα του ονείρου μας, σαν να το ζούσαμε για εκείνες τις
στιγμές. Τα φώτα κλείναν μετά από τις στροφές μας κι απομακρύνονταν μέχρι την
επόμενη φορά, όσο κι αν αυτή αργούσε να ΄ρθει. Και η αιωρούμενη στάχτη του ονείρου
μας έτσουζε στα μάτια.
"Μαμά, έλα να χορέψουμε τον χορό μας, θα φύγω", ψέλλισε χωρίς να με κοιτάει. Με έπιασε σφιχτά. Πως να μην αφεθώ τώρα, μισοπαράλυτη. Ένα, δύο, τρία και ένα δύο τρία κι άρχισε να πετά ψηλά με ανοιχτά διάπλατα φτερά, με ανοιχτά διάπλατα φτερά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου