Κράτησε τη σιδερένια
μασιά μέσα την τραχιά του παλάμη. Το χέρι του γεμάτο σχισίματα, αμυχές και
καστανόμαυρα στίγματα – σημάδια του χρόνου που πέρασε τόσο γρήγορα. Την έσφιξε
για μια στιγμή στην γροθιά του, σαν να ήταν να την πνίξει ή να λιώσει ο ίδιος
πάνω της. Ανασκάλεψε τη θράκα με τόση μανία, που ανασηκώθηκαν στάχτες,
πυρακτωμένα σωματίδια, μνήμες και στροβίλιζαν ξέφρενα γύρω του. Εικόνες της
δικής του κόλασης που ζούσε από εκείνη την ημέρα, της κόλασης στην οποία ο ίδιος καταδίκασε τόσες
και τόσες ψυχές άθελά τους και πέρα από κάθε ανθρώπινο δίκιο ή αυτής που τον
περίμενε με βεβαιότητα; «Κατάρα», γρύλλισε αφήνοντας το κεφάλι του να πέσει κι
έγειρε τα βαριά, κουρασμένα του ματόκλαδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου