«Κολασμένη» είπε με
έναν βρυχηθμό ηδονής, γλύφοντας χωρίς βιασύνη, μα με περίσσιο μεράκι τα χείλη
του, περισσότερο απλώνοντας παρά εξαλείφοντας τα ζεστά ακόμη ίχνη του
γλυκόπιοτου πειρασμού.
Η ματιά μου κύλησε και απλώθηκε πάνω στο ξύλινο τραπεζάκι, τις κούπες, τα ποτήρια, τη φλόγα του βιομηχανοποιημένου κεριού, χωρίς καμιά διάθεση ή δύναμη να εστιάσει σε κάτι συγκεκριμένο. Σαν να έρρεε όλο το βάρος που κουβαλούσα μέσα μου προς τα έξω, να κάλυπτε απαλά όλα τα αντικείμενα που βρίσκονταν στη σφαίρα της ορατότητάς μου κάνοντάς με να βλέπω μέσα από μια γλυκιά ανακουφιστική θαμπάδα. Ακόμα και οι ήχοι, οι ομιλίες, ακόμα και το αγαπημένο μου τραγούδι “Non, rien de rien, non je ne regrette rien” σε αυθεντική ερμηνεία από το «σπουργιτάκι», όλα τα ηχητικά ερεθίσματα έφταναν διαστρεβλωμένα στα αυτιά μου, λίγο παράφωνα αλλά καθησυχαστικά.
«Ο μόνος τρόπος για να ξεφορτωθείς έναν πειρασμό, είναι να υποκύψεις σε αυτόν» καρφώθηκαν ξαφνικά στο μυαλό μου τα λόγια του Όσκαρ Ουάιλντ, χτυπώντας με σαν ένα κύμα, έτσι αποκαμωμένη και χωρίς αντίσταση που καθόμουν. Βλεφαρίζοντας για μια στιγμή ενοχλημένη, χωρίς να έχω πάρει ακόμη μιαν απόφαση, βγάζω από την τσέπη μου το κινητό και κοιτάζω την ώρα. Ώρα να το βάλω στο αθόρυβο, αρκετά ντροπιάστηκα την τελευταία φορά. Ώρα να βάλω τα πράγματα στη θέση τους, έτσι κι αλλιώς.
«Πάμε, άνοιξαν οι πόρτες» με προέτρεψε σκουπίζοντας με το δεξί του χέρι αυτή τη φορά τα υπολείμματα της ζεστής σοκολάτας, με μια λάμψη ζαβολιάς στο βλέμμα μόλις αντιλήφθηκε τη ματιά μου να ακολουθεί την κίνησή του.
Σηκωθήκαμε κι
αναρωτήθηκα μήπως σκεφτεί για πρώτη φορά στην κοινή μας πορεία να φερθεί με
αβρότητα και τρυφερότητα θέλοντας να μου παραχωρήσει το προβάδισμα με ένα
σοκολατένιο άγγιγμα στον ώμο. Ο Μίδας ότι άγγιζε γίνονταν χρυσάφι, ο Μάκης
στάχτη.
Αγγίζοντας το
χρυσαφένιο πόμολο της αίθουσας στου πολυχώρου «Το τραίνο», όχι τόσο για να
ανοίξω την μισάνοιχτη πόρτα, που άφησε πίσω του, αλλά ωθούμενη από την άλλη μου
διαστροφή, να αγγίζω ότι μου γυαλίζει στο μάτι, άφησα έναν αναστεναγμό.
Δεν αργήσαμε να βρούμε
τις θέσεις μας, εξάλλου ήμασταν λιγοστοί οι θεατρόφιλοι της βραδιάς. Σε
κλάσματα δευτερολέπτου κλείνουν τα φώτα και σε ένα λυκόφως τεχνητό ξεπρόβαλλε ο
αλλοδαπός ηθοποιός του μονόλογου. Ψέματα, πρώτα εμφανίστηκε με μεγαλοπρέπεια η
διαπεραστική οσμή ενός κρεμμυδιού.
-
«Αμάν. Τι
είναι αυτό ρε παιδιά;» ρώτησε ένας νεαρός ακριβώς από πίσω μας. «Σε κουζίνα
μαγειρείου ήρθαμε;»
-
«Σσσστ, μωρό
μου, μη μιλάς δυνατά μας ακούν, ντροπή» τον έκοψε ναζιάρικα μια θηλυκή φωνή της
οποίας το πρόσωπο δεν είχα προλάβει να δω. Κρυφά γελάκια πνίγηκαν στο σκοτάδι.
Είμαι σίγουρη ότι έγειρε το κεφάλι της πάνω του και χάιδεψε με αγάπη τον μηρό
του.
Ο πρωταγωνιστής καθόταν
πια σε ένα σκαμνάκι πάνω από έναν πλαστικό κουβά και συνέχισε να ασχολείται με
το καθάρισμα κρεμμυδιών, το βραδινό του για σήμερα. Σε έναν άλλον κουβά
παραδίπλα μια τεράστια αγκαλιά τριαντάφυλλα, ξεκουράζονταν από το μεγάλο
σουλάτσο της ημέρας μέχρι την επόμενη.
Η απόμακρη φωνή του video – art συνδιαλέγονταν
πια μαζί του.
-
«Μας πήρατε
τις δουλειές.»
-
«Δεν πήρα
τίποτα από κανέναν. Θέλω να ζήσω.»
-
«Βρωμίζετε
τον τόπο μας.»
-
«Κάθε μέρα
πλένω την μπλούζα μου και φορώ μια δεύτερη, που έχει ήδη στεγνώσει, ολοκάθαρη.»
-
«Ζέχνει το
σώμα σας.»
«Θέλω να χωρίσουμε» του
είπα στο αφτί. Γαντζώθηκα αυτόματα από τα μπράτσα του καθίσματός μου και
περίμενα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου